εξευτελιστικός
[eksevtɛliˈstikos]прилагательноеC1
Значения
1
унизительный, оскорбительный, позорный
humiliating, insulting, degrading · εξευτελιστική συμπεριφορά — унизительное поведение
2
подлый, презренный, мерзкий
contemptible, despicable, vile · εξευτελιστικές πράξεις — презренные поступки
Грамматика
мужской род
им.
εξευτελιστικός
вин.
εξευτελιστικό
род.
εξευτελιστικού
зват.
εξευτελιστικέ
женский род
им.
εξευτελιστική
вин.
εξευτελιστική
род.
εξευτελιστικής
зват.
εξευτελιστική
средний род
им.
εξευτελιστικό
вин.
εξευτελιστικό
род.
εξευτελιστικού
зват.
εξευτελιστικό
Примеры
Η συμπεριφορά του ήταν εξευτελιστική για την οικογένειά του.
Его поведение было унизительным для его семьи. · His behaviour was degrading to his family.
Αυτές οι εξευτελιστικές σχόλια τον έβλαψαν βαθιά.
Эти оскорбительные замечания глубоко его ранили. · Those insulting remarks hurt him deeply.
Δεν θα ανεχόμουν εξευτελιστικές συνθήκες εργασίας.
Я не буду терпеть унизительные условия работы. · I won't tolerate humiliating working conditions.
Το εξευτελιστικό του χρέος ήταν γνωστό σε όλους.
Его позорный долг был известен всем. · His shameful debt was known to everyone.