Греческий словарь
с грамматикой

εξετάζω

[ɛksɛˈtazo]глаголA2

Значения

1
проверять, экзаменовать
to examine, to test, to question · εξετάζω έναν μαθητή — проверяю ученика
2
исследовать, изучать
to investigate, to study, to look into · εξετάζω τα στοιχεία — исследую факты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξετάζω
εσύ
εξετάζεις
αυτός
εξετάζει
εμείς
εξετάζουμε
εσείς
εξετάζετε
αυτοί
εξετάζουν
Аорист
εγώ
εξέτασα
εσύ
εξέτασες
αυτός
εξέτασε
εμείς
εξετάσαμε
εσείς
εξετάσατε
αυτοί
εξέτασαν
Будущее
εγώ
θα εξετάσω
εσύ
θα εξετάσεις
αυτός
θα εξετάσει
εμείς
θα εξετάσουμε
εσείς
θα εξετάσετε
αυτοί
θα εξετάσουν

Примеры

Ο καθηγητής εξετάζει τους φοιτητές στη φυσική.
Профессор проверяет студентов по физике. · The professor examines the students in physics.
Την περασμένη εβδομάδα εξέτασα δεκαπέντε παιδιά.
На прошлой неделе я обследовал пятнадцать детей. · Last week I examined fifteen children.
Πρέπει να εξετάσουμε τις αιτίες του προβλήματος.
Нам нужно исследовать причины проблемы. · We need to investigate the causes of the problem.
Θα εξετάσω τις αποδείξεις πολύ προσεκτικά.
Я очень тщательно изучу доказательства. · I will examine the evidence very carefully.