Греческий словарь
с грамматикой

εξερράγνυμι

[ekseriˈaɣnumi]глаголC1

Значения

1
взрываться, разрываться (о чём-либо, наполненном давлением)
to burst, to rupture (something filled with pressure) · το αεροστάτο εξερράγη — воздушный шар лопнул
2
разразиться, разразиться (о звуках, эмоциях)
to break out, to burst forth (of sounds, emotions) · εξερράγησαν σε γέλια — они взорвались смехом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξερράγνυμι
εσύ
εξερράγνυσαι
αυτός
εξερράγνυται
εμείς
εξερράγνυμαι
εσείς
εξερράγνυσθε
αυτοί
εξερράγνυνται
Аорист
εγώ
εξέρραγον
εσύ
εξέρραγες
αυτός
εξέρραγε
εμείς
εξέρραγμεν
εσείς
εξέρραγετε
αυτοί
εξέρραγον
Будущее
εγώ
θα εξερράξω
εσύ
θα εξερράξεις
αυτός
θα εξερράξει
εμείς
θα εξερράξουμε
εσείς
θα εξερράξετε
αυτοί
θα εξερράξουν

Примеры

Ο σωλήνας εξέρραγε από την πίεση.
Труба разорвалась из-за давления. · The pipe burst from the pressure.
Οι μαθητές εξέρραγαν σε χειροκρότημα.
Ученики разразились аплодисментами. · The students burst into applause.
Η κόλλα θα εξερράξει αν την θερμάνουμε.
Клей разорвётся, если мы его нагреем. · The glue will rupture if we heat it.