Греческий словарь
с грамматикой

εξεπλήττω

[ɛksɛˈpliːtːo]глаголC1

Значения

1
поражать, приводить в изумление, шокировать
to astonish, to astound, to shock · με εξέπληξε το νέο — новость меня шокировала
2
удивлять неожиданностью
to surprise, to catch off guard · εξεπλήγησαν από την απόφασή του — его решение их удивило

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξεπλήττω
εσύ
εξεπλήττεις
αυτός
εξεπλήττει
εμείς
εξεπλήττουμε
εσείς
εξεπλήττετε
αυτοί
εξεπλήττουν
Аорист
εγώ
εξέπληξα
εσύ
εξέπληξες
αυτός
εξέπληξε
εμείς
εξεπλήξαμε
εσείς
εξεπλήξατε
αυτοί
εξέπληξαν
Будущее
εγώ
θα εξεπλήξω
εσύ
θα εξεπλήξεις
αυτός
θα εξεπλήξει
εμείς
θα εξεπλήξουμε
εσείς
θα εξεπλήξετε
αυτοί
θα εξεπλήξουν

Примеры

Η ειδηση με εξέπληξε πολύ.
Эта новость меня очень шокировала. · The news astonished me greatly.
Τον εξεπλήττει πάντα η αγενής συμπεριφορά τους.
Его всегда шокирует их невежливое поведение. · He is always shocked by their rude behavior.
Οι επιδόσεις του μαθητή εξέπληξαν τους δασκάλους.
Успехи ученика поразили учителей. · The student's achievements astonished the teachers.
Δεν θα εξεπλήγησαν αν το ήξεραν εκ των προτέρων.
Они не были бы в шоке, если бы знали об этом заранее. · They would not have been shocked if they had known about it beforehand.