Греческий словарь
с грамматикой

εξεπλήσσω

[eksepˈliso]глаголC1

Значения

1
поражать, удивлять, приводить в изумление
to astonish, to amaze, to astound · με εξέπληξε η είδηση — меня потрясла новость

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξεπλήσσω
εσύ
εξεπλήσσεις
αυτός
εξεπλήσσει
εμείς
εξεπλήσσουμε
εσείς
εξεπλήσσετε
αυτοί
εξεπλήσσουν
Аорист
εγώ
εξέπληξα
εσύ
εξέπληξες
αυτός
εξέπληξε
εμείς
εξεπλήξαμε
εσείς
εξεπλήξατε
αυτοί
εξέπληξαν
Будущее
εγώ
θα εξεπλήξω
εσύ
θα εξεπλήξεις
αυτός
θα εξεπλήξει
εμείς
θα εξεπλήξουμε
εσείς
θα εξεπλήξετε
αυτοί
θα εξεπλήξουν

Примеры

Η απόφασή του με εξέπληξε πολύ.
Его решение очень меня поразило. · His decision greatly astonished me.
Δεν θα με εξεπλήξει αν αποτύχει.
Я не удивлюсь, если он потерпит неудачу. · I won't be surprised if he fails.
Οι δυνατότητές του εξεπλήσσουν όλους.
Его способности поражают всех. · His abilities amaze everyone.