Греческий словарь
с грамматикой

εξεπλάγην

[ɛksɛˈplaɣin]глаголC1

Значения

1
был поражен, изумлен, ошеломлен
was amazed, astonished, taken aback · εξεπλάγην από την είδηση — я был ошеломлен новостью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξεπλήσσομαι
εσύ
εξεπλήσσεσαι
αυτός
εξεπλήσσεται
εμείς
εξεπλησσόμαστε
εσείς
εξεπλήσσεστε
αυτοί
εξεπλήσσονται
Аорист
εγώ
εξεπλάγην
εσύ
εξεπλάγης
αυτός
εξεπλάγη
εμείς
εξεπλάγημεν
εσείς
εξεπλάγητε
αυτοί
εξεπλάγησαν
Будущее
εγώ
θα εξεπλαγώ
εσύ
θα εξεπλαγείς
αυτός
θα εξεπλαγεί
εμείς
θα εξεπλαγούμε
εσείς
θα εξεπλαγείτε
αυτοί
θα εξεπλαγούν

Примеры

Εξεπλάγην όταν άκουσα τα νέα.
Я был ошеломлен, когда услышал новости. · I was astonished when I heard the news.
Όλοι εξεπλάγησαν από την απόφασή του.
Все были поражены его решением. · Everyone was taken aback by his decision.
Εξεπλάγη που δεν τον κάλεσαν.
Он был удивлен, что его не пригласили. · He was surprised that they didn't invite him.