Греческий словарь
с грамматикой

εξελίσσομαι

[eksɛˈlisɔmɛ]глаголB1

Значения

1
развиваться, эволюционировать
to develop, to evolve · η τεχνολογία εξελίσσεται — технология развивается
2
происходить, разворачиваться (о событиях)
to unfold, to take place (of events) · τα γεγονότα εξελίσσονταν γρήγορα — события разворачивались быстро

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξελίσσομαι
εσύ
εξελίσσεσαι
αυτός
εξελίσσεται
εμείς
εξελισσόμαστε
εσείς
εξελίσσεστε
αυτοί
εξελίσσονται
Аорист
εγώ
εξελίχθηκα
εσύ
εξελίχθηκες
αυτός
εξελίχθηκε
εμείς
εξελίχθηκαν
εσείς
εξελίχθηκαν
αυτοί
εξελίχθηκαν
Будущее
εγώ
θα εξελιχθώ
εσύ
θα εξελιχθείς
αυτός
θα εξελιχθεί
εμείς
θα εξελιχθούμε
εσείς
θα εξελιχθείτε
αυτοί
θα εξελιχθούν

Примеры

Η τεχνολογία εξελίσσεται με πολύ γρήγορο ρυθμό.
Технология развивается очень быстрыми темпами. · Technology is evolving at a very rapid pace.
Το παιδί εξελίχθηκε σε έναν υπεύθυνο άνθρωπο.
Ребёнок вырос в ответственного человека. · The child developed into a responsible person.
Τα γεγονότα του δράματος εξελίσσονταν σε δραματική ατμόσφαιρα.
События драмы разворачивались в напряжённой атмосфере. · The events of the drama unfolded in a tense atmosphere.
Θα εξελιχθούμε περισσότερο τα επόμενα χρόνια.
Мы будем развиваться больше в следующие годы. · We will develop further in the coming years.