Греческий словарь
с грамматикой

εξειδικεύω

[ɛksɛidikˈɛvo]глаголB2

Значения

1
специализироваться, приобретать специальные знания или навыки
to specialize, to acquire specialized knowledge or skills · εξειδικεύεται στην ιατρική — специализируется на медицине
2
уточнять, конкретизировать, детализировать
to specify, to detail, to make more specific · εξειδίκευσε τις απαιτήσεις — уточнил требования

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξειδικεύω
εσύ
εξειδικεύεις
αυτός
εξειδικεύει
εμείς
εξειδικεύουμε
εσείς
εξειδικεύετε
αυτοί
εξειδικεύουν
Аорист
εγώ
εξειδίκευσα
εσύ
εξειδίκευσες
αυτός
εξειδίκευσε
εμείς
εξειδικεύσαμε
εσείς
εξειδικεύσατε
αυτοί
εξειδίκευσαν
Будущее
εγώ
θα εξειδικεύσω
εσύ
θα εξειδικεύσεις
αυτός
θα εξειδικεύσει
εμείς
θα εξειδικεύσουμε
εσείς
θα εξειδικεύσετε
αυτοί
θα εξειδικεύσουν

Примеры

Θέλει να εξειδικευθεί σε παιδιατρική.
Он хочет специализироваться на педиатрии. · He wants to specialize in pediatrics.
Εξειδίκευσε τη θέση του στη σύμβαση.
Он уточнил свою позицию в контракте. · He specified his position in the contract.
Οι φοιτητές εξειδικεύονται μετά το τέταρτο έτος.
Студенты специализируются после четвёртого курса. · Students specialize after their fourth year.
Χρειάζεται να εξειδικεύσουμε τα κριτήρια αξιολόγησης.
Нам нужно детализировать критерии оценки. · We need to detail the evaluation criteria.