εξειδικευμένος
[eksidi̯akeˈvmenos]прилагательноеB2
Значения
1
специализированный, узкоспециальный
specialized, expert · εξειδικευμένη γνώση — специальные знания
2
обученный, имеющий специальную подготовку
trained, skilled · εξειδικευμένο προσωπικό — квалифицированный персонал
Грамматика
мужской род
им.
εξειδικευμένος
вин.
εξειδικευμένο
род.
εξειδικευμένου
зват.
εξειδικευμένε
женский род
им.
εξειδικευμένη
вин.
εξειδικευμένη
род.
εξειδικευμένης
зват.
εξειδικευμένη
средний род
им.
εξειδικευμένο
вин.
εξειδικευμένο
род.
εξειδικευμένου
зват.
εξειδικευμένο
Примеры
Χρειάζονται εξειδικευμένοι τεχνικοί για αυτό το έργο.
Для этой работы нужны специалисты. · This project requires specialized technicians.
Η εξειδικευμένη εκπαίδευση διαρκεί δύο χρόνια.
Специальное обучение длится два года. · The specialized training lasts two years.
Προσέλαβαν εξειδικευμένο προσωπικό από το εξωτερικό.
Они нанял квалифицированный персонал из-за границы. · They hired trained personnel from abroad.