Греческий словарь
с грамматикой

εξεγείρω

[ekseˈʝiro]глаголC1

Значения

1
восстанавливать, пробуждать (дух, мужество, энергию)
to rouse, stir up, awaken (spirit, courage, energy) · εξεγείρει το κουράγιο των ανθρώπων — пробуждает мужество людей
2
возбуждать, подстрекать (к восстанию, возмущению)
to incite, provoke, stir up (to rebellion, discontent) · εξεγείρει τον λαό κατά της αδικίας — подстрекает народ к восстанию против несправедливости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξεγείρω
εσύ
εξεγείρεις
αυτός
εξεγείρει
εμείς
εξεγείρουμε
εσείς
εξεγείρετε
αυτοί
εξεγείρουν
Аорист
εγώ
εξήγειρα
εσύ
εξήγειρες
αυτός
εξήγειρε
εμείς
εξηγείραμε
εσείς
εξηγείρατε
αυτοί
εξήγειραν
Будущее
εγώ
θα εξηγείρω
εσύ
θα εξηγείρεις
αυτός
θα εξηγείρει
εμείς
θα εξηγείρουμε
εσείς
θα εξηγείρετε
αυτοί
θα εξηγείρουν

Примеры

Ο ρήτορας εξήγειρε τις συναισθήματα του πλήθους.
Оратор пробудил чувства толпы. · The orator stirred the emotions of the crowd.
Το ιστορικό γεγονός εξεγείρει ερωτήματα για την ταυτότητα.
Историческое событие возбуждает вопросы о национальной идентичности. · The historical event raises questions about national identity.
Εξηγείραν τον λαό εναντίον της καταπίεσης.
Они подстрекали народ против угнетения. · They incited the people against oppression.