Греческий словарь
с грамматикой

εξαφανίζω

[eksafaˈnizo]глаголB1

Значения

1
заставлять исчезнуть, уничтожать
to make disappear, to eliminate · εξαφανίζω τα ίχνη — стираю следы
2
растрачивать, переводить впустую
to squander, to waste · εξαφανίζω την περιουσία — разбазариваю состояние

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαφανίζω
εσύ
εξαφανίζεις
αυτός
εξαφανίζει
εμείς
εξαφανίζουμε
εσείς
εξαφανίζετε
αυτοί
εξαφανίζουν
Аорист
εγώ
εξαφάνισα
εσύ
εξαφάνισες
αυτός
εξαφάνισε
εμείς
εξαφανίσαμε
εσείς
εξαφανίσατε
αυτοί
εξαφάνισαν
Будущее
εγώ
θα εξαφανίσω
εσύ
θα εξαφανίσεις
αυτός
θα εξαφανίσει
εμείς
θα εξαφανίσουμε
εσείς
θα εξαφανίσετε
αυτοί
θα εξαφανίσουν

Примеры

Ο δράστης εξαφάνισε τα αποδεικτικά στοιχεία.
Преступник уничтожил улики. · The perpetrator destroyed the evidence.
Εξαφανίζει όλα τα χρήματα σε παιχνίδια.
Он растрачивает все деньги на азартные игры. · He squanders all his money on gambling.
Τα σύννεφα εξαφανίστηκαν και έλαμψε ο ήλιος.
Облака рассеялись, и солнце засияло. · The clouds vanished and the sun shone.