Греческий словарь
с грамматикой

εξαφανίζομαι

[ɛksaɸaˈnizome]глаголB1

Значения

1
исчезать, пропадать
disappear, vanish · Εξαφανίστηκε από το σπίτι. — Он исчез из дома.
2
уходить, уезжать (внезапно или скрытно)
slip away, leave hastily · Εξαφανίστηκε χωρίς να πει τίποτα. — Он уехал, ничего не сказав.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαφανίζομαι
εσύ
εξαφανίζεσαι
αυτός
εξαφανίζεται
εμείς
εξαφανιζόμαστε
εσείς
εξαφανίζεστε
αυτοί
εξαφανίζονται
Аорист
εγώ
εξαφανίστηκα
εσύ
εξαφανίστηκες
αυτός
εξαφανίστηκε
εμείς
εξαφανιστήκαμε
εσείς
εξαφανιστήκατε
αυτοί
εξαφανίστηκαν
Будущее
εγώ
θα εξαφανιστώ
εσύ
θα εξαφανιστείς
αυτός
θα εξαφανιστεί
εμείς
θα εξαφανιστούμε
εσείς
θα εξαφανιστείτε
αυτοί
θα εξαφανιστούν

Примеры

Ο ύποπτος εξαφανίστηκε από τη Θεσσαλονίκη.
Подозреваемый исчез из Салоник. · The suspect disappeared from Thessaloniki.
Κάθε πρωί εξαφανίζεται και δεν ξέρω που πάει.
Каждое утро он исчезает, и я не знаю, куда идёт. · Every morning he vanishes and I don't know where he goes.
Θα εξαφανιστούν όταν δουν την αστυνομία.
Они исчезнут, когда увидят полицию. · They'll disappear the moment they see the police.
Έχει εξαφανιστεί για τρεις μέρες τώρα.
Он исчез три дня назад. · He's been missing for three days now.