Греческий словарь
с грамматикой

εξασφαλίζω

[eksasfalˈizo]глаголB2

Значения

1
обеспечивать, гарантировать (что-либо)
to secure, to ensure, to guarantee · εξασφαλίζω τη δουλειά — обеспечиваю себе работу
2
защищать, охранять (от опасности)
to protect, to safeguard · εξασφαλίζω την ασφάλειά μας — защищаю нашу безопасность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξασφαλίζω
εσύ
εξασφαλίζεις
αυτός
εξασφαλίζει
εμείς
εξασφαλίζουμε
εσείς
εξασφαλίζετε
αυτοί
εξασφαλίζουν
Аорист
εγώ
εξασφάλισα
εσύ
εξασφάλισες
αυτός
εξασφάλισε
εμείς
εξασφαλίσαμε
εσείς
εξασφαλίσατε
αυτοί
εξασφάλισαν
Будущее
εγώ
θα εξασφαλίσω
εσύ
θα εξασφαλίσεις
αυτός
θα εξασφαλίσει
εμείς
θα εξασφαλίσουμε
εσείς
θα εξασφαλίσετε
αυτοί
θα εξασφαλίσουν

Примеры

Θέλω να εξασφαλίσω ένα καλό μέλλον για τα παιδιά μου.
Я хочу обеспечить хорошее будущее своим детям. · I want to secure a good future for my children.
Η κυβέρνηση εξασφαλίζει την ασφάλεια των πολιτών.
Правительство гарантирует безопасность граждан. · The government ensures the safety of citizens.
Εξασφάλισε τη συμφωνία πριν αναχωρήσει.
Он закрепил соглашение перед тем как уехать. · He secured the agreement before leaving.
Αυτές οι μεθόδοι εξασφαλίζουν υψηλή ποιότητα.
Эти методы обеспечивают высокое качество. · These methods guarantee high quality.