εξασκώ
[eksaˈsko]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
упражняться, тренироваться
to practise, to train · εξασκώ το κιθάρι — упражняюсь на гитаре
2
осуществлять, применять на практике
to exercise, to practise (a profession, power, etc.) · εξασκώ την ιατρική — занимаюсь медициной
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εξασκώ
εσύ
εξασκείς
αυτός
εξασκεί
εμείς
εξασκούμε
εσείς
εξασκείτε
αυτοί
εξασκούν
Аорист
εγώ
εξάσκησα
εσύ
εξάσκησες
αυτός
εξάσκησε
εμείς
εξασκήσαμε
εσείς
εξασκήσατε
αυτοί
εξάσκησαν
Будущее
εγώ
θα εξασκήσω
εσύ
θα εξασκήσεις
αυτός
θα εξασκήσει
εμείς
θα εξασκήσουμε
εσείς
θα εξασκήσετε
αυτοί
θα εξασκήσουν
Примеры
Εξασκώ το πιάνο κάθε μέρα.
Я упражняюсь на пианино каждый день. · I practise the piano every day.
Ο δικηγόρος εξασκεί το επάγγελμά του για τριάντα χρόνια.
Адвокат занимается своей профессией в течение тридцати лет. · The lawyer has been practising his profession for thirty years.
Θα εξασκήσουμε τις δεξιότητές μας στο σεμινάριο.
Мы будем совершенствовать наши навыки на семинаре. · We will practise our skills at the seminar.
Έχει εξασκήσει πολλή επιρροή στην κοινότητα.
Он оказал значительное влияние на общество. · He has exercised considerable influence in the community.