Греческий словарь
с грамматикой

εξασθενώ

[eksasθeˈno]глаголB2

Значения

1
ослабевать, терять силы
to weaken, to grow weak · η υγεία του εξασθένησε — его здоровье ослабело
2
ослаблять, делать слабее
to weaken, to make weak · το άγχος εξασθένησε την ανοσία του — стресс ослабил его иммунитет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξασθενώ
εσύ
εξασθενείς
αυτός
εξασθενεί
εμείς
εξασθενούμε
εσείς
εξασθενείτε
αυτοί
εξασθενούν
Аорист
εγώ
εξάσθενησα
εσύ
εξάσθενησες
αυτός
εξάσθενησε
εμείς
εξασθενήσαμε
εσείς
εξασθενήσατε
αυτοί
εξάσθενησαν
Будущее
εγώ
θα εξασθενήσω
εσύ
θα εξασθενήσεις
αυτός
θα εξασθενήσει
εμείς
θα εξασθενήσουμε
εσείς
θα εξασθενήσετε
αυτοί
θα εξασθενήσουν

Примеры

Η ασθένεια τον εξάσθενησε πολύ.
Болезнь сильно его ослабила. · The illness weakened him considerably.
Με την ηλικία εξασθενούμε όλοι.
С возрастом мы все теряем силы. · As we age, we all grow weaker.
Το μακροχρόνιο στρες εξασθενεί την ανοσία.
Длительный стресс ослабляет иммунитет. · Chronic stress weakens immunity.
Η οικονομική κρίση εξάσθενησε το λαό.
Экономический кризис изнурил народ. · The economic crisis exhausted the people.