Греческий словарь
с грамматикой

εξαρτώ

[ɛksarˈtɔ]глаголB1

Значения

1
зависеть (от чего-то)
depend (on something) · εξαρτάται από τις συνθήκες — это зависит от условий
2
вешать, подвешивать
hang, suspend · εξαρτάς το ρούχο στη σκοινί — ты вешаешь одежду на верёвку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαρτώ
εσύ
εξαρτάς
αυτός
εξαρτά
εμείς
εξαρτούμε
εσείς
εξαρτάτε
αυτοί
εξαρτούν
Аорист
εγώ
εξάρτησα
εσύ
εξάρτησες
αυτός
εξάρτησε
εμείς
εξαρτήσαμε
εσείς
εξαρτήσατε
αυτοί
εξάρτησαν
Будущее
εγώ
θα εξαρτήσω
εσύ
θα εξαρτήσεις
αυτός
θα εξαρτήσει
εμείς
θα εξαρτήσουμε
εσείς
θα εξαρτήσετε
αυτοί
θα εξαρτήσουν

Примеры

Το αποτέλεσμα εξαρτάται από την προσπάθειά σου.
Результат зависит от твоих усилий. · The result depends on your effort.
Εξάρτησα τα φώτα στο ταβάνι χθες.
Я вчера повесил лампы на потолок. · I hung the lights on the ceiling yesterday.
Η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από τα χρήματα.
Успех зависит не только от денег. · Success does not depend only on money.
Θα εξαρτήσουμε τις σημαίες στο δωμάτιο.
Мы повесим флаги в комнате. · We will hang the flags in the room.