Греческий словарь
с грамматикой

εξαπολύω

[eksapoˈluo]глаголB2

Значения

1
выпустить, отпустить (оружие, снаряд)
to fire, to launch (a weapon, projectile) · εξαπολύει πυρά — производит выстрелы
2
развязать, спровоцировать (конфликт, войну)
to unleash, to trigger (conflict, war) · εξαπολύω πόλεμο — развязываю войну

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαπολύω
εσύ
εξαπολύεις
αυτός
εξαπολύει
εμείς
εξαπολύουμε
εσείς
εξαπολύετε
αυτοί
εξαπολύουν
Аорист
εγώ
εξαπόλυσα
εσύ
εξαπόλυσες
αυτός
εξαπόλυσε
εμείς
εξαπολύσαμε
εσείς
εξαπολύσατε
αυτοί
εξαπόλυσαν
Будущее
εγώ
θα εξαπολύσω
εσύ
θα εξαπολύσεις
αυτός
θα εξαπολύσει
εμείς
θα εξαπολύσουμε
εσείς
θα εξαπολύσετε
αυτοί
θα εξαπολύσουν

Примеры

Ο στρατός εξαπόλυσε πύρα κατά του εχθρού.
Армия открыла огонь по врагу. · The army opened fire on the enemy.
Η κρίση εξαπόλυσε σειρά συγκρούσεων στην περιοχή.
Кризис спровоцировал серию конфликтов в регионе. · The crisis triggered a series of conflicts in the region.
Εξαπολύει όπλα και εξοπλισμό προς τα σύνορα.
Он развёртывает оружие и технику к границе. · He deploys weapons and equipment toward the border.