Греческий словарь
с грамматикой

εξαπλώνω

[eksaˈplono]глаголB2

Значения

1
разворачивать, раскладывать (что-либо в развёрнутом виде)
to spread out, to unfold, to lay out · εξαπλώνω τη σημαία — разворачиваю флаг
2
расширяться, простираться (о территории, влиянии)
to expand, to extend, to stretch out (territory, influence) · η αυτοκρατορία εξαπλώνεται — империя расширяется

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαπλώνω
εσύ
εξαπλώνεις
αυτός
εξαπλώνει
εμείς
εξαπλώνουμε
εσείς
εξαπλώνετε
αυτοί
εξαπλώνουν
Аорист
εγώ
εξάπλωσα
εσύ
εξάπλωσες
αυτός
εξάπλωσε
εμείς
εξαπλώσαμε
εσείς
εξαπλώσατε
αυτοί
εξάπλωσαν
Будущее
εγώ
θα εξαπλώσω
εσύ
θα εξαπλώσεις
αυτός
θα εξαπλώσει
εμείς
θα εξαπλώσουμε
εσείς
θα εξαπλώσετε
αυτοί
θα εξαπλώσουν

Примеры

Εξάπλωσε τη χαρτογραφία στο τραπέζι.
Он разложил карту на столе. · He spread the map out on the table.
Οι δυνάμεις του εχθρού εξαπλώνονταν προς τα όρια.
Силы противника распространялись в сторону границ. · The enemy forces were spreading toward the borders.
Θα εξαπλώσουν το δίχτυ για το ψάρεμα.
Они разложат сеть для рыбалки. · They will spread out the net for fishing.
Η πόλη εξαπλώνεται γύρω από το κέντρο.
Город расширяется вокруг центра. · The city is expanding around the center.