Греческий словарь
с грамматикой

εξαπλώνομαι

[eksaˈplɔnoме]глаголB2

Значения

1
распространяться, расширяться, разворачиваться (о территории, влиянии, движении)
to spread out, expand, extend (of territory, influence, movement) · η πόλη εξαπλώνεται — город расширяется
2
раскидываться, простираться (занимать большое пространство)
to sprawl, stretch out (to cover a wide area) · το δάσος εξαπλώνεται στο λόφο — лес простирается на холм

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαπλώνομαι
εσύ
εξαπλώνεσαι
αυτός
εξαπλώνεται
εμείς
εξαπλωνόμαστε
εσείς
εξαπλώνεστε
αυτοί
εξαπλώνονται
Аорист
εγώ
εξαπλώθηκα
εσύ
εξαπλώθηκες
αυτός
εξαπλώθηκε
εμείς
εξαπλωθήκαμε
εσείς
εξαπλωθήκατε
αυτοί
εξαπλώθηκαν
Будущее
εγώ
θα εξαπλωθώ
εσύ
θα εξαπλωθείς
αυτός
θα εξαπλωθεί
εμείς
θα εξαπλωθούμε
εσείς
θα εξαπλωθείτε
αυτοί
θα εξαπλωθούν

Примеры

Η πόλη εξαπλώνεται προς τα βουνά.
Город расширяется в направлении гор. · The city is expanding towards the mountains.
Το πανδημικό κύμα εξαπλώθηκε σε όλες τις χώρες.
Пандемическая волна распространилась на все страны. · The pandemic wave spread to all countries.
Τα δάση θα εξαπλωθούν αν δεν κάνουμε κάτι.
Леса будут распространяться, если мы не предпримем меры. · The forests will spread if we do nothing.
Η επιρροή τους είχε εξαπλωθεί σε όλη την περιοχή.
Их влияние распространилось на всю регион. · Their influence had spread throughout the region.