Греческий словарь
с грамматикой

εξαντλώ

[eksandˈlo]глаголB1

Значения

1
исчерпывать, изнурять, истощать
exhaust, deplete, wear out · εξαντλώ τις δυνάμεις — истощать чьи-либо силы
2
полностью использовать, исчерпать (тему, вопрос)
exhaust a subject, cover thoroughly · εξαντλώ το θέμα — исчерпать тему полностью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαντλώ
εσύ
εξαντλάς
αυτός
εξαντλά
εμείς
εξαντλούμε
εσείς
εξαντλάτε
αυτοί
εξαντλούν
Аорист
εγώ
εξάντλησα
εσύ
εξάντλησες
αυτός
εξάντλησε
εμείς
εξαντλήσαμε
εσείς
εξαντλήσατε
αυτοί
εξάντλησαν
Будущее
εγώ
θα εξαντλήσω
εσύ
θα εξαντλήσεις
αυτός
θα εξαντλήσει
εμείς
θα εξαντλήσουμε
εσείς
θα εξαντλήσετε
αυτοί
θα εξαντλήσουν

Примеры

Η μακρά εργασία τον εξάντλησε τελείως.
Долгая работа полностью его изнурила. · The long work exhausted him completely.
Δεν πρέπει να εξαντλούμε τις φυσικές πόρους.
Мы не должны истощать природные ресурсы. · We should not deplete natural resources.
Ο ομιλητής εξάντλησε το θέμα σε όλες τις λεπτομέρειες.
Докладчик полностью раскрыл тему во всех деталях. · The speaker exhausted the topic in all its details.