Греческий словарь
с грамматикой

εξαιρώ

[ekseˈro]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
исключать, исключить из числа кого-либо или чего-либо
to exclude, to leave out · εξαίρεση από τον κανόνα — исключение из правила
2
возражать, протестовать против чего-либо
to object to, to take exception to · εξαίρω αντιρρήσεις — выдвигать возражения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαιρώ
εσύ
εξαιρείς
αυτός
εξαιρεί
εμείς
εξαιρούμε
εσείς
εξαιρείτε
αυτοί
εξαιρούν
Аорист
εγώ
εξήρεσα
εσύ
εξήρεσες
αυτός
εξήρεσε
εμείς
εξηρέσαμε
εσείς
εξηρέσατε
αυτοί
εξήρεσαν
Будущее
εγώ
θα εξαιρέσω
εσύ
θα εξαιρέσεις
αυτός
θα εξαιρέσει
εμείς
θα εξαιρέσουμε
εσείς
θα εξαιρέσετε
αυτοί
θα εξαιρέσουν

Примеры

Όλοι εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή.
Все освобождены от этого обязательства. · Everyone is exempted from this obligation.
Εξαίρω αντιρρήσεις στην απόφασή του.
Я возражаю против его решения. · I object to his decision.
Έχει εξαιρέσει κάποιες περιπτώσεις από το νόμο.
Он исключил несколько случаев из закона. · He has excluded several cases from the law.