Греческий словарь
с грамматикой

εξαιρετικός

[ɛksɛrɛˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
исключительный, необычайный, выдающийся
exceptional, outstanding, remarkable · εξαιρετικό ταλέντο — исключительный талант
2
особый, специальный
special, particular · εξαιρετικές περιστάσεις — особые обстоятельства

Грамматика

мужской род
им.
εξαιρετικός
вин.
εξαιρετικό
род.
εξαιρετικού
зват.
εξαιρετικέ
женский род
им.
εξαιρετική
вин.
εξαιρετική
род.
εξαιρετικής
зват.
εξαιρετική
средний род
им.
εξαιρετικό
вин.
εξαιρετικό
род.
εξαιρετικού
зват.
εξαιρετικό

Примеры

Έχει εξαιρετική ικανότητα στα μαθηματικά.
У неё исключительные способности к математике. · She has exceptional ability in mathematics.
Το φαγητό ήταν εξαιρετικό χθες το βράδυ.
Вчера вечером еда была замечательной. · The food was outstanding last night.
Οι εξαιρετικές συνθήκες απαιτούν εξαιρετικές λύσεις.
Особые обстоятельства требуют особых решений. · Special circumstances require special solutions.
Ο δάσκαλος έκανε εξαιρετικά καλή δουλειά.
Учитель проделал исключительно хорошую работу. · The teacher did an exceptionally good job.