εξαγωγή
[eksaɣoˈʝi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
экспорт, вывоз товаров за границу
export, selling of goods abroad · εξαγωγή προϊόντων — экспорт товаров
2
процесс вывоза, вывезение
the act of exporting, removal · η εξαγωγή ενός αντικειμένου — извлечение предмета
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εξαγωγή
вин.
την εξαγωγή
род.
της εξαγωγής
зват.
εξαγωγή
Мн. ч.
им.
οι εξαγωγές
вин.
τις εξαγωγές
род.
των εξαγωγών
зват.
εξαγωγές
Примеры
Η εξαγωγή ελληνικών προϊόντων αυξάνεται κάθε χρόνο.
Экспорт греческих товаров растёт каждый год. · The export of Greek products increases every year.
Οι εξαγωγές τυριού είναι σημαντικές για την οικονομία.
Экспорт сыра важен для экономики. · Cheese exports are important for the economy.
Η χώρα απαγορεύει την εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων.
Страна запрещает вывоз древних предметов. · The country prohibits the removal of ancient artifacts.
Στο λιμάνι ελέγχουν τις εξαγωγές με επιμέλεια.
В порту тщательно проверяют экспортные отправления. · At the port they carefully inspect the exports.