Греческий словарь
с грамматикой

εξαγοράζω

[eksaɣoˈrazo]глаголC1

Значения

1
выкупать, скупать (товары для перепродажи или вывоза)
to buy up, to purchase in bulk (for resale or export) · εξαγοράζει εμπορεύματα — скупает товары
2
выкупать (освобождать от обязательства путём платежа)
to redeem, to buy out (to free from obligation by payment) · εξαγοράζει την υποχρέωση — выкупает обязательство

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξαγοράζω
εσύ
εξαγοράζεις
αυτός
εξαγοράζει
εμείς
εξαγοράζουμε
εσείς
εξαγοράζετε
αυτοί
εξαγοράζουν
Аорист
εγώ
εξαγόρασα
εσύ
εξαγόρασες
αυτός
εξαγόρασε
εμείς
εξαγοράσαμε
εσείς
εξαγοράσατε
αυτοί
εξαγόρασαν
Будущее
εγώ
θα εξαγοράσω
εσύ
θα εξαγοράσεις
αυτός
θα εξαγοράσει
εμείς
θα εξαγοράσουμε
εσείς
θα εξαγοράσετε
αυτοί
θα εξαγοράσουν

Примеры

Οι έμποροι εξαγοράζουν τα προϊόντα απευθείας από τον παραγωγό.
Торговцы скупают товары прямо у производителя. · The merchants buy up the products directly from the producer.
Εξαγόρασε τα δικαιώματα του με μεγάλο κόστος.
Он выкупил свои права ценой больших затрат. · He redeemed his rights at great expense.
Θα εξαγοράσουν τις παλιές μετοχές του ταμείου.
Они будут выкупать старые акции фонда. · They will buy back the fund's old shares.