Греческий словарь
с грамматикой

εξέχω

[eksˈexo]глаголB2

Значения

1
выступать, выдаваться (физически)
to protrude, to stick out · το κόκκαλο εξέχει — кость выступает
2
выделяться, быть выдающимся (в отношении качеств, способностей)
to stand out, to be prominent or distinguished · εξέχει στη μουσική — выделяется в музыке

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εξέχω
εσύ
εξέχεις
αυτός
εξέχει
εμείς
εξέχουμε
εσείς
εξέχετε
αυτοί
εξέχουν
Аорист
εγώ
εξέσχον
εσύ
εξέσχες
αυτός
εξέσχε
εμείς
εξέσχομε
εσείς
εξέσχατε
αυτοί
εξέσχαν
Будущее
εγώ
θα εξέσχω
εσύ
θα εξέσχεις
αυτός
θα εξέσχει
εμείς
θα εξέσχουμε
εσείς
θα εξέσχετε
αυτοί
θα εξέσχουν

Примеры

Το κόκκαλο εξέχει από το δέρμα του.
Кость выступает сквозь его кожу. · The bone protrudes through his skin.
Εξέχει ανάμεσα στους συμμαθητές του.
Он выделяется среди своих одноклассников. · He stands out among his classmates.
Ο καθηγητής της εξέχει στη διδασκαλία.
Её преподаватель отличается мастерством преподавания. · Her teacher is distinguished in teaching.