εντυπώνω
[endiˈpono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
производить впечатление, запечатлевать в памяти
to impress, to make a lasting impression on · εντυπώνω μια εικόνα στο μυαλό — запечатлеть образ в памяти
2
вдавливать, вдавливать отпечаток
to press in, to impress (physically) · εντυπώνω το σήμα στο μέταλλο — вдавливать печать в металл
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εντυπώνω
εσύ
εντυπώνεις
αυτός
εντυπώνει
εμείς
εντυπώνουμε
εσείς
εντυπώνετε
αυτοί
εντυπώνουν
Аорист
εγώ
εντύπωσα
εσύ
εντύπωσες
αυτός
εντύπωσε
εμείς
εντυπώσαμε
εσείς
εντυπώσατε
αυτοί
εντύπωσαν
Будущее
εγώ
θα εντυπώσω
εσύ
θα εντυπώσεις
αυτός
θα εντυπώσει
εμείς
θα εντυπώσουμε
εσείς
θα εντυπώσετε
αυτοί
θα εντυπώσουν
Примеры
Αυτή η εμπειρία τον εντύπωσε πολύ.
Этот опыт произвел на него сильное впечатление. · That experience made a strong impression on him.
Η δασκάλα εντυπώνει τις γνώσεις στα παιδιά.
Учительница запечатлевает знания в умах детей. · The teacher imprints knowledge on the children's minds.
Το όνομά του εντυπώθηκε στη μνήμη μας.
Его имя запечатлелось в нашей памяти. · His name was impressed upon our memory.
Θέλω να εντυπώσω το λογότυπο στο δέρμα.
Я хочу вдавить логотип в кожу. · I want to press the logo into the leather.