εντυπωσιασμός
[endiposjaˈzmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
впечатление, удивление, поражение
impression, amazement, astonishment · μεγάλος εντυπωσιασμός — большое впечатление
2
восхищение, восторг
admiration, wonder · ο εντυπωσιασμός του κοινού — восхищение публики
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εντυπωσιασμός
вин.
τον εντυπωσιασμό
род.
του εντυπωσιασμού
зват.
εντυπωσιασμέ
Мн. ч.
им.
οι εντυπωσιασμοί
вин.
τους εντυπωσιασμούς
род.
των εντυπωσιασμών
зват.
εντυπωσιασμοί
Примеры
Ο εντυπωσιασμός του για την ταινία ήταν εμφανής.
Его восхищение фильмом было очевидным. · His amazement at the film was obvious.
Δεν κρύβει τον εντυπωσιασμό της για τις νέες τεχνολογίες.
Она не скрывает своё восхищение новыми технологиями. · She doesn't hide her amazement at new technologies.
Με μεγάλο εντυπωσιασμό παρακολούθησε την παράσταση.
Он смотрел представление в полном восхищении. · He watched the performance in utter admiration.