εντυπωσιακός
[entipɔsiˈakɔs]прилагательноеB1
Значения
1
впечатляющий, поражающий
impressive, striking · ένα εντυπωσιακό κτίριο — впечатляющее здание
2
броский, эффектный, выразительный
spectacular, showy, striking in appearance · εντυπωσιακή παρουσίαση — эффектная презентация
Грамматика
мужской род
им.
εντυπωσιακός
вин.
εντυπωσιακό
род.
εντυπωσιακού
зват.
εντυπωσιακέ
женский род
им.
εντυπωσιακή
вин.
εντυπωσιακή
род.
εντυπωσιακής
зват.
εντυπωσιακή
средний род
им.
εντυπωσιακό
вин.
εντυπωσιακό
род.
εντυπωσιακού
зват.
εντυπωσιακό
Примеры
Αυτό το σχέδιο είναι πραγματικά εντυπωσιακό.
Этот дизайн действительно впечатляющий. · This design is truly impressive.
Οι εντυπωσιακές απόψεις από την κορυφή του βουνού μας έκαναν να σταματήσουμε.
Поразительные виды с вершины горы заставили нас остановиться. · The spectacular views from the mountaintop made us stop.
Έδωσε μια εντυπωσιακή ομιλία που συγκίνησε το κοινό.
Он произнёс впечатляющую речь, которая тронула публику. · He gave an impressive speech that moved the audience.