Греческий словарь
с грамматикой

εντυπωσιάζω

[endiposiˈazo]глаголB1

Значения

1
производить впечатление, впечатлять
to impress, to make an impression · με εντυπωσίασε η ταινία — фильм произвел на меня впечатление
2
поражать, удивлять
to astound, to strike with wonder · εντυπωσιάστηκα από το κτίριο — я был поражен зданием

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εντυπωσιάζω
εσύ
εντυπωσιάζεις
αυτός
εντυπωσιάζει
εμείς
εντυπωσιάζουμε
εσείς
εντυπωσιάζετε
αυτοί
εντυπωσιάζουν
Аорист
εγώ
εντυπωσίασα
εσύ
εντυπωσίασες
αυτός
εντυπωσίασε
εμείς
εντυπωσιάσαμε
εσείς
εντυπωσιάσατε
αυτοί
εντυπωσίασαν
Будущее
εγώ
θα εντυπωσιάσω
εσύ
θα εντυπωσιάσεις
αυτός
θα εντυπωσιάσει
εμείς
θα εντυπωσιάσουμε
εσείς
θα εντυπωσιάσετε
αυτοί
θα εντυπωσιάσουν

Примеры

Η δουλειά του με εντυπωσίασε πολύ.
Его работа произвела на меня большое впечатление. · His work impressed me greatly.
Εντυπωσιάστηκα από την ευγένειά του.
Я был поражен его любезностью. · I was struck by his kindness.
Δεν τον εντυπωσιάζουν τα χρήματα.
Деньги его не впечатляют. · Money does not impress him.
Θα με εντυπωσίαζε αν ήρθες στην ώρα σου.
Я бы удивился, если бы ты пришел вовремя. · I would be impressed if you came on time.