Греческий словарь
с грамматикой

εντοπίζω

[endoˈpizo]глаголB1

Значения

1
обнаруживать, находить, определять местоположение
to locate, to find, to pinpoint · εντοπίζω το πρόβλημα — определяю местоположение проблемы
2
выявлять, обнаруживать (скрытое, неявное)
to identify, to detect, to uncover · εντοπίζω τα λάθη — выявляю ошибки

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εντοπίζω
εσύ
εντοπίζεις
αυτός
εντοπίζει
εμείς
εντοπίζουμε
εσείς
εντοπίζετε
αυτοί
εντοπίζουν
Аорист
εγώ
εντόπισα
εσύ
εντόπισες
αυτός
εντόπισε
εμείς
εντοπίσαμε
εσείς
εντοπίσατε
αυτοί
εντόπισαν
Будущее
εγώ
θα εντοπίσω
εσύ
θα εντοπίσεις
αυτός
θα εντοπίσει
εμείς
θα εντοπίσουμε
εσείς
θα εντοπίσετε
αυτοί
θα εντοπίσουν

Примеры

Εντόπισα το σφάλμα στον κώδικα.
Я обнаружил ошибку в коде. · I found the error in the code.
Θα εντοπίσουμε τον προορισμό με GPS.
Мы определим местоположение пункта назначения с помощью GPS. · We will locate the destination using GPS.
Ο γιατρός εντόπισε το πρόβλημα αμέσως.
Врач выявил проблему сразу же. · The doctor identified the problem immediately.
Εντοπίζουν τις πηγές της ρύπανσης.
Они выявляют источники загрязнения. · They are identifying the sources of pollution.