εντείνω
[eˈndino]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
усиливать, напрягать, наращивать
to intensify, to increase, to heighten · εντείνω τις προσπάθειες — усилить усилия
2
натягивать, натягивать туго
to stretch, to draw tight · εντείνω το σχοινί — натянуть верёвку
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εντείνω
εσύ
εντείνεις
αυτός
εντείνει
εμείς
εντείνουμε
εσείς
εντείνετε
αυτοί
εντείνουν
Аорист
εγώ
εντόνωσα
εσύ
εντόνωσες
αυτός
εντόνωσε
εμείς
εντονώσαμε
εσείς
εντονώσατε
αυτοί
εντόνωσαν
Будущее
εγώ
θα εντονώσω
εσύ
θα εντονώσεις
αυτός
θα εντονώσει
εμείς
θα εντονώσουμε
εσείς
θα εντονώσετε
αυτοί
θα εντονώσουν
Примеры
Θα εντονώσουν τις προσπάθειές τους για την νίκη.
Они будут усиливать свои усилия для победы. · They will intensify their efforts to win.
Η κρίση εντόνωσε τις διαφορές ανάμεσα στους ηγέτες.
Кризис обострил разногласия между лидерами. · The crisis heightened the disagreements among leaders.
Ο τεντωτής εντείνει το σχοινί με δύναμη.
Натяжной механизм туго натягивает трос. · The tensioner pulls the cable tight.
Όσο εντείνουμε τη μουσική, τόσο πιο ενθουσιασμένοι γίνονται.
Чем больше мы усиливаем музыку, тем более возбужденными становятся. · The louder we turn up the music, the more excited they become.