Греческий словарь
с грамматикой

ενταφιάζω

[entaˈfiazo]глаголC1

Значения

1
хоронить, погребать
to bury, to entomb · ενταφιάζω το νεκρό — хороню мертвеца
2
предавать забвению, похоронить (переносно)
to bury, to consign to oblivion (figuratively) · ενταφιάζω τα όνειρά μου — хороню свои мечты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενταφιάζω
εσύ
ενταφιάζεις
αυτός
ενταφιάζει
εμείς
ενταφιάζουμε
εσείς
ενταφιάζετε
αυτοί
ενταφιάζουν
Аорист
εγώ
ενταφίασα
εσύ
ενταφίασες
αυτός
ενταφίασε
εμείς
ενταφιάσαμε
εσείς
ενταφιάσατε
αυτοί
ενταφίασαν
Будущее
εγώ
θα ενταφιάσω
εσύ
θα ενταφιάσεις
αυτός
θα ενταφιάσει
εμείς
θα ενταφιάσουμε
εσείς
θα ενταφιάσετε
αυτοί
θα ενταφιάσουν

Примеры

Ενταφίασαν τον ηρώα με τιμές.
Героя похоронили с почестями. · They buried the hero with honours.
Η κοινωνία ενταφιάζει συχνά τα όνειρα των νέων.
Общество часто хоронит мечты молодёжи. · Society often buries the dreams of young people.
Θα ενταφιαστεί αύριο στο οικογενειακό κοιμητήριο.
Его похоронят завтра на семейном кладбище. · He will be buried tomorrow in the family cemetery.