Греческий словарь
с грамматикой

ενταγχάνω

[endaŋˈxano]глаголB2

Значения

1
интегрировать, включать (в систему, организацию)
to integrate, to incorporate (into a system, organization) · τα παιδιά ενταγχάνονται στο σχολείο — дети интегрируются в школу
2
встраивать, вставлять (в структуру)
to embed, to fit in (into a structure) · ενταγχάνουν νέες τεχνολογίες — они встраивают новые технологии

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενταγχάνω
εσύ
ενταγχάνεις
αυτός
ενταγχάνει
εμείς
ενταγχάνουμε
εσείς
ενταγχάνετε
αυτοί
ενταγχάνουν
Аорист
εγώ
ενταγχάνησα
εσύ
ενταγχάνησες
αυτός
ενταγχάνησε
εμείς
ενταγχανήσαμε
εσείς
ενταγχανήσατε
αυτοί
ενταγχάνησαν
Будущее
εγώ
θα ενταγχανήσω
εσύ
θα ενταγχανήσεις
αυτός
θα ενταγχανήσει
εμείς
θα ενταγχανήσουμε
εσείς
θα ενταγχανήσετε
αυτοί
θα ενταγχανήσουν

Примеры

Η νέα πολιτική ενταγχάνει τους μετανάστες στην κοινωνία.
Новая политика интегрирует мигрантов в общество. · The new policy integrates migrants into society.
Ενταγχάνησαν τα νέα εργαστήρια στο πρόγραμμα.
Они включили новые мастерские в программу. · They incorporated the new workshops into the program.
Οι μαθητές ενταγχάνονται σταδιακά στο νέο σύστημα.
Учащиеся постепенно встраиваются в новую систему. · Students are gradually integrated into the new system.
Θα ενταγχανήσουν τις τεχνολογίες στην παραγωγή.
Они встроят технологии в производство. · They will embed the technologies into production.