Греческий словарь
с грамматикой

ενσωματώνω

[ensomaˈtono]глаголB2

Значения

1
воплощать, материализовать, претворять в жизнь
to embody, to incorporate, to put into concrete form · ενσωματώνω μια ιδέα σε έργο — воплотить идею в произведение
2
включать, интегрировать, присоединять
to include, to integrate, to incorporate (into a system) · ενσωματώνονται νέα στοιχεία — новые элементы интегрируются

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενσωματώνω
εσύ
ενσωματώνεις
αυτός
ενσωματώνει
εμείς
ενσωματώνουμε
εσείς
ενσωματώνετε
αυτοί
ενσωματώνουν
Аорист
εγώ
ενσωμάτωσα
εσύ
ενσωμάτωσες
αυτός
ενσωμάτωσε
εμείς
ενσωματώσαμε
εσείς
ενσωματώσατε
αυτοί
ενσωμάτωσαν
Будущее
εγώ
θα ενσωματώσω
εσύ
θα ενσωματώσεις
αυτός
θα ενσωματώσει
εμείς
θα ενσωματώσουμε
εσείς
θα ενσωματώσετε
αυτοί
θα ενσωματώσουν

Примеры

Η αρχιτέκτονας ενσωμάτωσε τις νέες ιδέες στο κτίριο.
Архитектор воплотил новые идеи в здании. · The architect embodied the new ideas in the building.
Ενσωματώνουν τις παραδόσεις τους στη σύγχρονη τέχνη.
Они интегрируют свои традиции в современное искусство. · They incorporate their traditions into contemporary art.
Το νέο σύστημα θα ενσωματώσει όλες τις λειτουργίες.
Новая система будет включать все функции. · The new system will integrate all functions.