Греческий словарь
с грамматикой

ενσωματωμένος

[ensomaˈtomenos]прилагательноеB2

Значения

1
встроенный, интегрированный
built-in, integrated · κάμερα ενσωματωμένη στο τηλέφωνο — камера, встроенная в телефон
2
воплощённый, олицетворённый
embodied, incarnate · η αγάπη ενσωματωμένη στην τέχνη — любовь, воплощённая в искусстве

Грамматика

мужской род
им.
ενσωματωμένος
вин.
ενσωματωμένο
род.
ενσωματωμένου
зват.
ενσωματωμένε
женский род
им.
ενσωματωμένη
вин.
ενσωματωμένη
род.
ενσωματωμένης
зват.
ενσωματωμένη
средний род
им.
ενσωματωμένο
вин.
ενσωματωμένο
род.
ενσωματωμένου
зват.
ενσωματωμένο

Примеры

Το νέο λειτουργικό σύστημα έχει ενσωματωμένη την τεχνητή νοημοσύνη.
Новая операционная система имеет встроенный искусственный интеллект. · The new operating system has artificial intelligence built in.
Οι αξίες του είναι ενσωματωμένες στο έργο του.
Его ценности воплощены в его работе. · His values are embodied in his work.
Η κάμερα ενσωματωμένη στο φορητό υπολογιστή λειτουργεί άριστα.
Встроенная в ноутбук камера работает отлично. · The built-in camera in the laptop works perfectly.