Греческий словарь
с грамматикой

ενσαρκώνω

[ensar'kono]глаголC1

Значения

1
воплощать, придавать плоть, материализовать
to embody, to incarnate, to give concrete form to · ενσάρκωση μιας ιδέας — воплощение идеи
2
олицетворять, представлять собой
to personify, to be the living embodiment of · ενσαρκώνει τις αρχές της δημοκρατίας — олицетворяет принципы демократии

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενσαρκώνω
εσύ
ενσαρκώνεις
αυτός
ενσαρκώνει
εμείς
ενσαρκώνουμε
εσείς
ενσαρκώνετε
αυτοί
ενσαρκώνουν
Аорист
εγώ
ενσάρκωσα
εσύ
ενσάρκωσες
αυτός
ενσάρκωσε
εμείς
ενσαρκώσαμε
εσείς
ενσαρκώσατε
αυτοί
ενσάρκωσαν
Будущее
εγώ
θα ενσαρκώσω
εσύ
θα ενσαρκώσεις
αυτός
θα ενσαρκώσει
εμείς
θα ενσαρκώσουμε
εσείς
θα ενσαρκώσετε
αυτοί
θα ενσαρκώσουν

Примеры

Ο ηθοποιός ενσάρκωσε τον χαρακτήρα με εξαιρετική δεξιότητα.
Актёр воплотил персонажа с исключительным мастерством. · The actor embodied the character with exceptional skill.
Αυτή η δημοκρατική κυβέρνηση ενσαρκώνει τις αξίες του λαού.
Это демократическое правительство олицетворяет ценности народа. · This democratic government embodies the people's values.
Ο καλλιτέχνης ενσάρκωσε την αφηρημένη ιδέα σε ένα συγκεκριμένο έργο τέχνης.
Художник воплотил абстрактную идею в конкретное произведение искусства. · The artist gave concrete form to the abstract idea in an artwork.
Θα ενσαρκώσουν τα όνειρα τους μέσα από τη μουσική.
Они воплотят свои мечты через музыку. · They will embody their dreams through music.