Греческий словарь
с грамматикой

ενπλέκω

[emˈpleko]глаголB2

Значения

1
вовлекать, втягивать (в дело, конфликт)
to involve, to implicate, to draw into · ενπλέκω κάποιον σε σκάνδαλο — вовлекать кого-то в скандал
2
переплетать, сплетать вместе
to intertwine, to weave together · ενπλεγμένα νήματα — переплетённые нити

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενπλέκω
εσύ
ενπλέκεις
αυτός
ενπλέκει
εμείς
ενπλέκουμε
εσείς
ενπλέκετε
αυτοί
ενπλέκουν
Аорист
εγώ
ενέπλεξα
εσύ
ενέπλεξες
αυτός
ενέπλεξε
εμείς
ενπλέξαμε
εσείς
ενπλέξατε
αυτοί
ενέπλεξαν
Будущее
εγώ
θα ενπλέξω
εσύ
θα ενπλέξεις
αυτός
θα ενπλέξει
εμείς
θα ενπλέξουμε
εσείς
θα ενπλέξετε
αυτοί
θα ενπλέξουν

Примеры

Η αστυνομία ενέπλεξε τον ύποπτο στη δολοφονία.
Полиция вовлекла подозреваемого в убийство. · The police implicated the suspect in the murder.
Δεν θέλω να ενπλακώ σε αυτή τη διαμάχη.
Я не хочу вовлекаться в этот спор. · I don't want to get involved in this dispute.
Τα ενπλεγμένα νήματα σχημάτιζαν ένα όμορφο σχέδιο.
Переплетённые нити образовывали красивый узор. · The interwoven threads formed a beautiful pattern.
Θα ενπλέξουν όλους τους εμπλεκόμενους στην έρευνα.
Они вовлекут всех причастных в следствие. · They will involve all the parties concerned in the investigation.