ενοχλητικός
[enoˈxlitikos]прилагательноеB1
Значения
1
надоедливый, раздражающий
annoying, irritating · ένας ενοχλητικός άνθρωπος — раздражающий человек
2
беспокойный, докучливый
troublesome, bothersome · ενοχλητικός θόρυβος — докучливый шум
Грамматика
мужской род
им.
ενοχλητικός
вин.
ενοχλητικό
род.
ενοχλητικού
зват.
ενοχλητικέ
женский род
им.
ενοχλητική
вин.
ενοχλητική
род.
ενοχλητικής
зват.
ενοχλητική
средний род
им.
ενοχλητικό
вин.
ενοχλητικό
род.
ενοχλητικού
зват.
ενοχλητικό
Примеры
Αυτό το παιδί είναι πολύ ενοχλητικό.
Этот ребёнок очень раздражающий. · This child is very annoying.
Οι ενοχλητικές μύγες κυκλοφορούν το καλοκαίρι.
Докучливые мухи летают летом. · Bothersome flies buzz around in summer.
Βρίσκω τον ενοχλητικό θόρυβο ανυπόφορο.
Я считаю докучливый шум невыносимым. · I find the troublesome noise unbearable.