Греческий словарь
с грамматикой

ενοριακός

[eno̞rjaˈko̞s]прилагательноеC1

Значения

1
приходской, относящийся к приходу (церковной общине)
parochial, relating to a parish · ενοριακή κοινότητα — приходская община

Грамматика

мужской род
им.
ενοριακός
вин.
ενοριακό
род.
ενοριακού
зват.
ενοριακέ
женский род
им.
ενοριακή
вин.
ενοριακή
род.
ενοριακής
зват.
ενοριακή
средний род
им.
ενοριακό
вин.
ενοριακό
род.
ενοριακού
зват.
ενοριακό

Примеры

Ο ενοριακός ιερέας διαχειρίζεται τα θέματα της κοινότητας.
Приходской священник решает вопросы общины. · The parish priest handles community matters.
Η ενοριακή εκκλησία βρίσκεται στο κέντρο του χωριού.
Приходская церковь находится в центре деревни. · The parish church stands at the village centre.
Τα ενοριακά δικαστήρια χειρίζονταν οικογενειακές υποθέσεις.
Приходские суды рассматривали семейные дела. · Parish courts handled family cases.