ενορία
[enoˈria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
приход (религиозная община)
parish (religious community) · η ενορία του χωριού — приход деревни
2
район, подведомственный приходскому священнику
parish territory or district · η ενορία της Αθήνας — приход Афин
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ενορία
вин.
την ενορία
род.
της ενορίας
зват.
ενορία
Мн. ч.
им.
οι ενορίες
вин.
τις ενορίες
род.
των ενοριών
зват.
ενορίες
Примеры
Η ενορία του Αγίου Νικολάου είναι πολύ μεγάλη.
Приход святого Николая очень большой. · The parish of Saint Nicholas is very large.
Ο παπάς υπηρετεί την ενορία για σαράντα χρόνια.
Священник служит приходу сорок лет. · The priest has served the parish for forty years.
Τα μέλη της ενορίας συναντιούνται κάθε Κυριακή.
Члены прихода встречаются каждое воскресенье. · The parish members gather every Sunday.
Στις ενορίες της Κρήτης υπάρχουν πολλές παραδοσιακές εκδηλώσεις.
В критских приходах проводится много традиционных мероприятий. · In the Cretan parishes there are many traditional celebrations.