Греческий словарь
с грамматикой

ενοποιώ

[enoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
объединять, унифицировать
to unite, to unify · ενοποιώ τα κράτη — объединяю государства
2
делать единым, стандартизировать
to make uniform, to standardize · ενοποιώ τα πρότυπα — унифицирую стандарты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενοποιώ
εσύ
ενοποιείς
αυτός
ενοποιεί
εμείς
ενοποιούμε
εσείς
ενοποιείτε
αυτοί
ενοποιούν
Аорист
εγώ
ενοποίησα
εσύ
ενοποίησες
αυτός
ενοποίησε
εμείς
ενοποιήσαμε
εσείς
ενοποιήσατε
αυτοί
ενοποίησαν
Будущее
εγώ
θα ενοποιήσω
εσύ
θα ενοποιήσεις
αυτός
θα ενοποιήσει
εμείς
θα ενοποιήσουμε
εσείς
θα ενοποιήσετε
αυτοί
θα ενοποιήσουν

Примеры

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενοποίησε τις χώρες της.
Европейский союз объединил свои страны. · The European Union unified its member states.
Θέλουμε να ενοποιήσουμε τα συστήματα πληρωμής.
Мы хотим унифицировать системы оплаты. · We want to standardize the payment systems.
Ενοποιώ τις πολιτικές της εταιρείας στο νέο κανονισμό.
Я унифицирую политику компании в новый регламент. · I'm bringing the company's policies into line with the new regulations.
Οι χώρες ενοποιούνται κάτω από μια κοινή σημαία.
Страны объединяются под одним флагом. · The countries are uniting under one flag.