ενοποίηση
[enoˈpi.i.si]существительноеη · женский родB2
Значения
1
объединение, унификация
unification, integration · η ενοποίηση της Ευρώπης — объединение Европы
2
консолидация, укрепление (системы, государства)
consolidation, strengthening · η ενοποίηση του κράτους — укрепление государства
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ενοποίηση
вин.
την ενοποίηση
род.
της ενοποίησης
зват.
ενοποίηση
Мн. ч.
им.
οι ενοποιήσεις
вин.
τις ενοποιήσεις
род.
των ενοποιήσεων
зват.
ενοποιήσεις
Примеры
Η ενοποίηση των τεσσάρων δυνάμεων ήταν αναγκαία.
Объединение четырёх держав было необходимо. · The unification of the four powers was necessary.
Το έργο προωθεί την ενοποίηση των ευρωπαϊκών αγορών.
Проект способствует интеграции европейских рынков. · The project promotes the integration of European markets.
Οι ενοποιήσεις που έγιναν μετά τον πόλεμο ήταν σημαντικές.
Консолидации, произошедшие после войны, были значительными. · The consolidations that took place after the war were significant.