Греческий словарь
с грамматикой

ενοικιαστής

[enikjaˈstis]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
арендатор, квартирант
tenant, renter · ο ενοικιαστής του διαμερίσματος — арендатор квартиры

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ενοικιαστής
вин.
τον ενοικιαστή
род.
του ενοικιαστή
зват.
ενοικιαστή
Мн. ч.
им.
οι ενοικιαστές
вин.
τους ενοικιαστές
род.
των ενοικιαστών
зват.
ενοικιαστές

Примеры

Ο ενοικιαστής πληρώνει το ενοίκιο κάθε μήνα.
Арендатор платит аренду каждый месяц. · The tenant pays the rent every month.
Οι ενοικιαστές της πολυκατοικίας έκαναν συνέλευση.
Жильцы многоквартирного дома провели собрание. · The tenants of the apartment building held a meeting.
Ο κύριος Παπαδόπουλος είναι ενοικιαστής εδώ εδώ και δέκα χρόνια.
Господин Пападопулос снимает квартиру здесь уже десять лет. · Mr. Papadopoulos has been renting here for ten years.