ενοικιαζόμενος
[enikiazˈomenos]прилагательноеB1
Значения
1
сдаваемый в наём, арендуемый
rented, for rent · διαμέρισμα ενοικιαζόμενο — квартира, сдаваемая в наём
2
нанятый, работающий по найму
hired, employed · ενοικιαζόμενος εργάτης — нанятый рабочий
Грамматика
мужской род
им.
ενοικιαζόμενος
вин.
ενοικιαζόμενο
род.
ενοικιαζόμενου
зват.
ενοικιαζόμενε
женский род
им.
ενοικιαζόμενη
вин.
ενοικιαζόμενη
род.
ενοικιαζόμενης
зват.
ενοικιαζόμενη
средний род
им.
ενοικιαζόμενο
вин.
ενοικιαζόμενο
род.
ενοικιαζόμενου
зват.
ενοικιαζόμενο
Примеры
Έχει ενοικιαζόμενα διαμερίσματα στο κέντρο.
У него есть квартиры, сдаваемые в наём, в центре. · He has rental apartments in the city centre.
Το ενοικιαζόμενο σπίτι είναι πολύ μικρό.
Сдаваемый в наём дом очень маленький. · The rented house is very small.
Οι ενοικιαζόμενοι εργάτες δούλεψαν όλη την ημέρα.
Нанятые рабочие работали весь день. · The hired workers laboured all day.