ενοικιάζω
[eniˈkjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
сдавать в аренду, сдавать внаём
to rent out, to lease · ενοικιάζω το σπίτι μου — я сдаю свой дом внаём
2
брать в аренду, арендовать
to rent, to hire · ενοικιάζω ένα αυτοκίνητο — я беру машину в аренду
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ενοικιάζω
εσύ
ενοικιάζεις
αυτός
ενοικιάζει
εμείς
ενοικιάζουμε
εσείς
ενοικιάζετε
αυτοί
ενοικιάζουν
Аорист
εγώ
ενοίκιασα
εσύ
ενοίκιασες
αυτός
ενοίκιασε
εμείς
ενοικιάσαμε
εσείς
ενοικιάσατε
αυτοί
ενοίκιασαν
Будущее
εγώ
θα ενοικιάσω
εσύ
θα ενοικιάσεις
αυτός
θα ενοικιάσει
εμείς
θα ενοικιάσουμε
εσείς
θα ενοικιάσετε
αυτοί
θα ενοικιάσουν
Примеры
Ενοικιάζουμε διαμερίσματα στο κέντρο της πόλης.
Мы сдаём квартиры в центре города. · We rent out apartments in the city center.
Θα ενοικιάσω ένα αυτοκίνητο για τις διακοπές.
Я возьму машину в аренду на каникулы. · I'll rent a car for the holidays.
Ο κύριος Παπαδόπουλος ενοικίαζε τα δωμάτιά του σε τουρίστες.
Господин Пападопулос сдавал свои комнаты туристам. · Mr. Papadopoulos used to rent out his rooms to tourists.
Έχουν ενοικιάσει ένα καταλύματα για το καλοκαίρι.
Они сняли жилище на лето. · They have rented an accommodation for the summer.