Греческий словарь
с грамматикой

ενοικίαση

[eniˈkiasi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
аренда, сдача в аренду
rental, renting out · ενοικίαση σπιτιού — аренда дома
2
договор об аренде
rental agreement, lease · υπογραφή ενοικίασης — подписание договора аренды

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ενοικίαση
вин.
την ενοικίαση
род.
της ενοικίασης
зват.
ενοικίαση
Мн. ч.
им.
οι ενοικιάσεις
вин.
τις ενοικιάσεις
род.
των ενοικιάσεων
зват.
ενοικιάσεις

Примеры

Η ενοικίαση του διαμερίσματος είναι αρκετά ακριβή.
Аренда этой квартиры довольно дорогая. · The rental of the apartment is quite expensive.
Υπέγραψαν την ενοικίαση χτες το πρωί.
Они подписали договор аренды вчера утром. · They signed the lease yesterday morning.
Οι ενοικιάσεις στο κέντρο της πόλης αυξήθηκαν πολύ.
Цены на аренду в центре города значительно выросли. · Rents in the city centre have risen a lot.