εννοώ
[enoˈo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
подразумевать, иметь в виду
to mean, to intend · Τι εννοείς; — Что ты имеешь в виду?
2
понимать, осознавать
to understand, to realize · Δεν εννοώ τι λέει. — Я не понимаю, что он говорит.
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εννοώ
εσύ
εννοείς
αυτός
εννοεί
εμείς
εννοούμε
εσείς
εννοείτε
αυτοί
εννοούν
Аорист
εγώ
ένοησα
εσύ
έννοησες
αυτός
έννοησε
εμείς
εννοήσαμε
εσείς
εννοήσατε
αυτοί
έννοησαν
Будущее
εγώ
θα εννοήσω
εσύ
θα εννοήσεις
αυτός
θα εννοήσει
εμείς
θα εννοήσουμε
εσείς
θα εννοήσετε
αυτοί
θα εννοήσουν
Примеры
Τι εννοείς με αυτή τη δήλωση;
Что ты имеешь в виду под этим заявлением? · What do you mean by that statement?
Δεν έννοησα καλά τις οδηγίες σας.
Я плохо понял ваши инструкции. · I didn't understand your instructions properly.
Εννοώ ότι θέλεις να φύγεις νωρίς.
Я понимаю, что хочешь уйти рано. · I realize that you want to leave early.
Θα εννοήσουν τι θέλουμε αν το εξηγήσουμε καλά.
Они поймут, чего мы хотим, если объясним хорошо. · They will understand what we want if we explain it properly.