Греческий словарь
с грамматикой

ενκρίνω

[enˈkrino]глаголC1

Значения

1
одобрять, утверждать (официально); включать в список
to approve, ratify, or endorse officially; to enrol or register · η βουλή ενέκρινε το νόμο — парламент одобрил закон
2
считать достойным, признавать пригодным
to deem worthy or suitable; to judge fit · δεν τον ενέκρινε για την θέση — не сочла его пригодным для должности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενκρίνω
εσύ
ενκρίνεις
αυτός
ενκρίνει
εμείς
ενκρίνουμε
εσείς
ενκρίνετε
αυτοί
ενκρίνουν
Аорист
εγώ
ενέκρινα
εσύ
ενέκρινες
αυτός
ενέκρινε
εμείς
ενκρίναμε
εσείς
ενκρίνατε
αυτοί
ενέκριναν
Будущее
εγώ
θα ενκρίνω
εσύ
θα ενκρίνεις
αυτός
θα ενκρίνει
εμείς
θα ενκρίνουμε
εσείς
θα ενκρίνετε
αυτοί
θα ενκρίνουν

Примеры

Η επιτροπή ενέκρινε τον προϋπολογισμό χωρίς αντιρρήσεις.
Комиссия одобрила бюджет без возражений. · The committee approved the budget without objection.
Δεν ενκρίνω τέτοια συμπεριφορά στο γραφείο.
Я не одобряю такое поведение в офисе. · I do not condone such behaviour in the office.
Οι υποψήφιοι ενέκριναν από το διοικητικό συμβούλιο.
Кандидаты были утверждены советом директоров. · The candidates were endorsed by the board of directors.
Θα ενκρίνουν το έργο αύριο.
Завтра они одобрят проект. · They will approve the project tomorrow.