Греческий словарь
с грамматикой

ενθουσιάζω

[enthusiˈazo]глаголB1

Значения

1
восхищать, вдохновлять
to enthuse, to excite, to inspire with enthusiasm · το θέατρο με ενθουσιάζει — театр меня восхищает
2
увлекаться, проявлять энтузиазм
to be enthusiastic about, to get excited about · ενθουσιάζομαι για το ταξίδι — я увлекаюсь путешествием

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενθουσιάζω
εσύ
ενθουσιάζεις
αυτός
ενθουσιάζει
εμείς
ενθουσιάζουμε
εσείς
ενθουσιάζετε
αυτοί
ενθουσιάζουν
Аорист
εγώ
ενθουσίασα
εσύ
ενθουσίασες
αυτός
ενθουσίασε
εμείς
ενθουσιάσαμε
εσείς
ενθουσιάσατε
αυτοί
ενθουσίασαν
Будущее
εγώ
θα ενθουσιάσω
εσύ
θα ενθουσιάσεις
αυτός
θα ενθουσιάσει
εμείς
θα ενθουσιάσουμε
εσείς
θα ενθουσιάσετε
αυτοί
θα ενθουσιάσουν

Примеры

Η νέα ταινία ενθουσίασε το κοινό.
Новый фильм восхитил публику. · The new film thrilled the audience.
Ενθουσιάζεται για τα ελληνικά όταν τα μαθαίνει.
Она восхищается греческим языком, когда его изучает. · She gets excited about Greek when she studies it.
Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν με τη φάντασμα παράσταση.
Дети были в восторге от представления с привидениями. · The children were thrilled by the ghost show.
Δεν με ενθουσιάζουν οι μακριές συναντήσεις.
Меня не восхищают долгие встречи. · Long meetings don't excite me.