Греческий словарь
с грамматикой

ενημερώνω

[enimerˈono]глаголB1

Значения

1
информировать, уведомлять
to inform, to notify · ενημερώνω κάποιον για κάτι — информировать кого-то о чём-то
2
держать в курсе, обновлять информацию
to keep posted, to update · να ενημερώνεστε για τις νέες αλλαγές — быть в курсе новых изменений

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενημερώνω
εσύ
ενημερώνεις
αυτός
ενημερώνει
εμείς
ενημερώνουμε
εσείς
ενημερώνετε
αυτοί
ενημερώνουν
Аорист
εγώ
ενημέρωσα
εσύ
ενημέρωσες
αυτός
ενημέρωσε
εμείς
ενημερώσαμε
εσείς
ενημερώσατε
αυτοί
ενημέρωσαν
Будущее
εγώ
θα ενημερώσω
εσύ
θα ενημερώσεις
αυτός
θα ενημερώσει
εμείς
θα ενημερώσουμε
εσείς
θα ενημερώσετε
αυτοί
θα ενημερώσουν

Примеры

Θα σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα αύριο.
Я информирую вас о результатах завтра. · I will inform you of the results tomorrow.
Η εταιρεία ενημερώνει τους πελάτες μέσω email.
Компания информирует клиентов по электронной почте. · The company notifies customers via email.
Ενημερώθηκα για την αλλαγή του προγράμματος.
Мне сообщили об изменении расписания. · I was notified about the schedule change.
Παρακαλώ ενημερώνετε με για οποιαδήποτε ανάπτυξη.
Пожалуйста, держите меня в курсе всех развитий. · Please keep me posted on any developments.